Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ

Οι πατέρες της Εκκλησίας μιλούν για το κακό με τρεις έννοιες, με οντολογική έννοια, με την έννοια της αμαρτίας, και για το φυσικό κακό.

Το κακό δεν έχει οντολογική ύπαρξη. Είναι στέρηση του αγαθού και παρεκτροπή, από την κατά φύση κατάσταση στην παρά φύση. Τίποτε από όσα υπάρχουν δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κακό, γιατί όλα είναι κτίσματα του Τριαδι­κού Θεού. Ο Θεός εδημιούργησε τα πάντα χωρίς Αυτόν τί­ποτε δεν έγινε από όσα έχουν γίνει (Ιω. α' 3) «ότι εν αυτώ εκτίσθη τα πάντα, τα εν τοις ουρανοίς και τα επί της γης, τα ορατά και τα αόρατα...τα πάντα δι’ αυτού και εις αυτόν έκτισται και αυτός εστί προ πάντων, και τα πάντα εν αυτώ συνέστηκε»· όλα συγκρατούνται δι' αυτού (Κολ. α' 16-17). Όλα τα δημιουργήματα του Θεού είναι καλά και τίποτε από αυτά δεν είναι από τη φύση του κακό «Και είδε ο Θεός τα πάντα, όσα εποίησε, και ιδού καλά λίαν» (Γεν. α' 31).


Αν η δημιουργία του Θεού παρέμενε "κατά φύση", όπως βγήκε από τα χέρια του Δημιουργού, δεν θα υπήρχε το πρόβλημα του κακού. Υπήρξε, επειδή ο άνθρωπος με τη θέλησή του απομακρύνθηκε από το "κατά φύση", και προ­τίμησε την "παρά φύση" κατάσταση. Εδώ πρέπει να ανα­ζητήσουμε το κακό· όχι σε οντολογική ύπαρξη.


Η κακία λοιπόν είναι απομάκρυνση από το αγαθό, από το "κατά φύση", όπως το σκοτάδι είναι απομάκρυνση από το φως. «Εφ' όσον παραμένουμε στη φυσική μας κατά­σταση, είμεθα στην αρετή, αν όμως παρεκκλίνουμε από τη φυσική μας κατάσταση, δηλαδή από την αρετή, πηγαίνουμε στην παρά φύση», λέγει ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, συνε­χίζοντας τη διδαχή των προηγουμένων από αυτόν πατέρων. «Η κακία δεν είναι κάτι που υπάρχει...Το κακό είναι στέ­ρηση του αγαθού. Ο οφθαλμός κατεσκευάσθη. Η τύφλω­ση όμως προέρχεται με την απώλεια των ματιών. Ώστε εάν ο οφθαλμός δεν ήταν από φθαρτή φύση, η τύφλωση δεν θα είχε θέση. Έτσι και το κακό δεν έχει ιδία ύπαρξη, αλλ' έρχεται κατόπιν στις αναπηρίες της ψυχής» (Μ. Βασίλειος).


Το κακό δεν είναι γνώρισμα κάποιας ύπαρξης, αλλά ένα "συμβάν", θεληματική παρεκτροπή από το κατά φύση στο παρά φύση- αυτό το συμβάν ονομάζουμε αμαρτία.


Ο άνθρωπος βρισκόταν σε κοινωνία με τον Θεό, σε ενότητα αγάπης με το Δημιουργό του. Από αυτήν εξέπεσε και οδηγήθηκε σε ποικιλόμορφες ασθένειες. Έδειξε απο­στροφή από το καλύτερο και πήρε κατεύθυνση αντίθετη, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί μακρυά από το σκοπό του, να χά­σει δηλαδή το νόημα της ζωής του. Έτσι ο απόστολος μι­λάει για την επάνοδο σ' αυτό το "σκοπό", όταν λέγει: «Κα­τά σκοπόν διώκω επί το βραβείον της άνω κλήσεως του Θεού εν Χριστώ Ιησού» (Φιλ. γ' 14).


Το κακό λοιπόν, ως αμαρτία, έχει την ύπαρξή του στην προαίρεση του άνθρωπου, και όχι στη φύση του. «Η αιώνια ουσία μεταδίδει την αγαθότητα και με το λόγο, και με τις πράξεις, και παρατηρούμενη, ενώ η σωματική μεταδίδει μόνο παρατηρούμενη. Η αιώνια η μη ύπαρξη της λογικής και νο­ερής ουσίας εξαρτάται από τη θέληση του Θεού, που δημι­ούργησε τα πάντα καλά Το να είναι όμως αυτά καλά ή κακά, αυτό εξαρτάται από τη θέληση των δημιουργημάτων. Το κα­κό δεν υπάρχει στην ουσία των δημιουργημάτων, αλλά στην εσφαλμένη και ασυλλόγιστη ενέργεια αυτών» (Μάξιμος ο Ομολογητής).


Η ψυχή εδημιουργήθη για να βλέπει τον θεό και να φωτίζεται από αυτόν, λέγει ο Μ. Αθανάσιος, αλλά αυτή, αντί για τον Θεό, επεζήτησε τα φθαρτά και το σκότος· «Ο Θεός έκανε τον άνθρωπο ευθύ, και αυτοί εζήτησαν λογι­σμούς πολλούς» αναφέρει ο Εκκλησιαστής (ζ' 29). Αυτοί οι πονηροί λογισμοί προέρχονται από την «καρδιά του ανθρώπου» (Ματθ. ιε' 19), όταν βέβαια ο άνθρωπος από αμέλεια εγκαταλείψει ακαλλιέργητα "τα φυσικά σπέρματα των αγαθών", όπως αναφέρει ο Μ. Βασίλειος. Γιατί ο άφρων είναι σαν τον αγρό, λέγει η Γραφή, και «ώσπερ αμπελών άνθρωπος ενδεής φρενών εάν αφής αυτόν, χερσωθήσεται», θα χερσωθεί, θα γεμίσει χορτάρια και θα εγκαταλειφθεί (Παροιμ. κδ' 30-31).


Στην ψυχή λοιπόν που έχει χερσωθεί, είναι φυσικό να φυτρώνουν αγκάθια και ζιζάνια και να συμβαίνει εκείνο που έχει λεχθεί: «Και έμεινα του ποιήσαι σταφυλήν, εποίησε δε ακάνθας» (Ησ. ε' 2), περίμενα να κάνει σταφύλια και έκανε αγκάθια! «Εγώ δε εφύτευσά σε άμπελον καρποφόρον πάσαν αληθινήν πώς εστράφης εις πικρίαν, άμπε­λος η αλλοτρία;» (Ιερεμ. β' 21)· εγώ σε εφύτευσα κατά πά­ντα αληθινή άμπελο καρποφόρο, πώς μεταβλήθηκες σε πι­κρά άμπελο και έγινες ξένη προς εμέ;


Κατά τον Μάξιμο τον Ομολογητή «τρία είναι εκείνα που μας παρακινούν να κάμνομε τα κακά τα πάθη, οι δαίμονες και η κακή προαίρεση. Τα πάθη μας παρακινούν, όπως όταν επιθυμούμε κάποιο παράλογο πράγμα... και όταν οργιζόμα­στε ή λυπούμαστε αδικαιολόγητα... Οι δαίμονες πάλι μας παρακινούν, όπως όταν εκμεταλλεύονται την αδιαφορία που δείχνουμε εμείς, μας επιτίθενται ξαφνικά με μεγάλη σφοδρότητα, διεγείροντας τα πάθη... Τέλος η κακή προαί­ρεση μας παρακινεί όπως όταν ενώ γνωρίζομε το καλό, προτιμούμε τα κακά». Τούτο γίνεται γιατί η φύση του ανθρώπου είναι τρεπτή και όχι άτρεπτος.


«Βλέπεις πώς μεταβάλλεται η ίδια η φύση; Μπορεί να ρέπει προς το κακό, και αμέσως πάλι μπορεί να στραφεί προς το καλό, και στις δύο περιπτώσεις έχει την ικανότητα να συμφωνήσει με εκείνες τις πράξεις που θέλει. Μπορεί να δεχθεί λοιπόν η ανθρώπινη φύση το καλό ή το κακό, δηλαδή τη θεία χάρη ή την αντίπαλη δύναμη του σατανά, αυτό όμως δεν γίνεται αναγκαστικά, αλλά με τη δική της θέληση» (Μακάριος ο Αιγύπτιος).


Αν δεν ζητήσουμε το κακό στην προαίρεση του ανθρώ­που πρέπει να το θεωρήσουμε αναπόφευκτο γεγονός. Τότε είναι περιττοί οι νόμοι και οι δικαστές και κάθε προσπάθεια για βελτίωση των συνθηκών της ζωής ή και για αποφυγή των δυσάρεστων. «Θα κερδίσει μεν ο γεωργός, χωρίς να σπείρει και χωρίς να ακονήσει δρέπανον, θα υπερπλουτήσει δε ο έμπορος, είτε το θέλει είτε όχι, αφού η ειμαρμένη θα του συγκεντρώνει τα χρήματα. Αι δε μεγάλαι ελπίδες των Χριστιανών θα μας γίνουν άφαντοι, διότι ούτε η δικαιοσύνη θα βραβεύεται, αφού οι άνθρωποι δεν κάνουν τίποτε κατά την προαίρεσίν των» (Μ. Βασίλειος).


Κανένας δεν είναι "εκ φύσεως καλός" ή "εκ φύσεως κακός". Γιατί αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, τότε κανένας καλός δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει κακός και κανένας κακός να μεταβληθεί σε καλό. Όμως βλέπουμε στη ζωή των ανθρώ­πων να συμβαίνουν τέτοιες καταπληκτικές μεταβολές, να μεταπίπτουν από το κακό στο καλό ή και το αντίθετο. Τελώνες να γίνονται απόστολοι και μαθητές του Χριστού να μεταβάλλονται σε προδότες. Πόρνες να μεταστρέφονται και να γίνονται αγίες και ληστές ευσεβείς. Αυτό σημαίνει πως κανείς δεν είναι καλός ή κακός από τη φύση του.


Αλλά , θα πει ίσως κανείς, ο Θεός γνωρίζει εκ των προ­τέρων τα πάντα. Αυτό δεν σημαίνει πως κάθε τι στη ζωή του ανθρώπου είναι αναπόφευκτο και δεν μπορεί να έχει διαφορετική τροπή;


Ο Θεός είναι βέβαια παντογνώστης, γνωρίζει εκ των προτέρων και αυτά που πρόκειται να συμβούν. Αλλά τα γνωρίζει επειδή γι' αυτόν τα πάντα είναι παρόντα· δεν υπάρχει στον Θεό παρελθόν και μέλλον. Υπάρχει μόνο το αιώνιο παρόν. Η γνώση αναφέρεται πάντοτε σ' αυτά που υπάρχουν και η πρόγνωση αναφέρεται σ' αυτά που οπωσ­δήποτε θα συμβούν, λέγει ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός· δεν συμβαίνουν επειδή τα προγνωρίζει ο Θεός, αλλά τα γνωρί­ζει επειδή ενώπιον Του έχουν ήδη συμβεί.


Μήπως θα ήταν καλύτερο αν ο Θεός δεν επέτρεπε καθό­λου να έλθουν στην ύπαρξη όσοι, σύμφωνα με τη δική Του πρόγνωση, θα γίνονταν κακοί; Αν τα κτίσματα, που εδημιουργήθησαν εξαιτίας της αγαθότητος του Θεού, επρόκειτο να γίνουν κακά εξαιτίας της δικής τους κακής προαιρέσεως, και αυτό το γεγονός τα εμπόδιζε να έλθουν σε ύπαρξη, τό­τε «το κακόν θα ενικούσε την αγαθότητα του Θεού», κατα­λήγει ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Ο Θεός λοιπόν δεν ευ­θύνεται για την αμαρτία του άνθρωπου.



Αλλά, θα παρατηρήσει κανείς, πολλές φορές, ακόμη και οι κακοί, υπηρετούν τα σχέδια του Θεού. Γιατί τότε να επιρρίπτουμε σ' αυτούς ευθύνες;


Θα ήταν βλάσφημο να πούμε πως λόγου χάρη ο Ιούδας δεν ευθύνεται για την πράξη του και ότι υπηρέτησε τα σχέ­δια του Θεού, που διαφορετικά θα εματαιώνοντο· «μη γέ­νοιτο» λέγει ο Χρυσόστομος και καταλήγει: «Διότι ο ίδιος ο πάνσοφος Θεός εγνώριζε πως θα ενεργούσε την σωτηρίαν μας και αν ακόμη δεν συνέβαινε αυτό. Άλλωστε, δι' αυτό, διά να μη νομίση κανείς ότι ο Ιούδας έγινεν υπηρέ­της της θείας οικονομίας, τον οικτίρει». «Ο μεν υιός του ανθρώπου υπάγει καθώς γέγραπται περί αυτού», λέγει και καταλήγει: «ουαί δε τω ανθρώπω εκείνω δι' ου ο υιός του ανθρώπου παραδίδοται καλόν ην αυτώ ει ουκ εγεννήθη ο άνθρωπος εκείνος» (Ματθ. κστ'24). Είχε λοιπόν ευθύνη ο προδότης του Κυρίου.


Ο Χρυσόστομος θέτει εδώ το πρόβλημα: «Εάν ήτο κα­λόν να μη γεννηθή αυτός, διατί τον άφησε να έλθη εις τον κόσμον και αυτόν και όλους τους πονηρούς;». Σ' αυτό δί­νει την αποστομωτική απάντηση: «Πρέπει να κατηγορήσης τους πονηρούς, οι οποίοι ενώ ήσαν ελεύθεροι να μη γί­νουν τέτοιοι, έγιναν πονηροί. Συ όμως άφησες αυτό και λεπτολογείς και περιεργάζεσαι τα έργα του Θεού· αν και γνωρίζεις, ότι δεν γίνεται αναγκαστικά κανείς πονηρός». Κανένας λοιπόν δεν είναι αναγκαστικά κακός· δεν είναι η φύση η αιτία της αμαρτίας, αλλά η προαίρεση.


Όμως τι θα πούμε για το φυσικό κακό, δηλαδή για το «επίπονον και οδυνηρόν εις τας αισθήσεις», κατά την δια­τύπωση του Μεγάλου Βασιλείου; Εδώ γίνεται λόγος για τη σωματική ασθένεια για την στέρηση των αναγκαίων στη ζωή, για την αισχύνη, τη χρηματική ζημιά, την απώλεια των συγγενών, για συμφορές που ταλαιπωρούν όλους τους ανθρώπους μιας περιοχής, όπως πείνες, ξηρασίας, βροχές, σεισμοί κ. ο. κ.


Όλα αυτά αναφέρονται στην αγία Γραφή ως "κακά", τα όποια επιτρέπει ο Θεός ως παιδαγωγικά μέσα ή για άλλο σκοπό. «Εγώ ο κατασκευάσας φως και ποιήσας σκότος», λέγει ο Θεός στον προφήτη, «ο ποιών ειρήνην και κτίζων κακά» (Ησ. με' 7)· «ότι κατέβη κακά παρά Κυρίου επί πύλας Ιερουσαλήμ» (Mix. α' 12)· «ει έστι κακία εν πόλει ην Κύριος ουκ εποίησε;» (Αμώς γ' 6). «Ίδετε ίδετε ότι εγώ ειμί και ουκ εστί Θεός πλήν εμού· εγώ αποκτενώ και ζην ποιώ, πατάξω καγώ ιάσομαι, και ουκ εστίν ος εξελείται εκ των χειρών μου» (Δευτερ. λβ' 39).


Δεν ονομάζει εδώ κακία την πονηρία και την αμαρτία, αλλά την ταλαιπωρία, τον πόνο και τις συμφορές· αυτό εννοούσε και ο Κύριος όταν έλεγε· «αρκετόν τη ημέρα η κακία αυτής» (Ματθ. στ' 34). Η αμαρτία δεν είναι έργο του Θεού, αλλά εύρημα της θελήσεως του ανθρώπου. Αυτή δε η "κακία", οι οδυνηρές δηλαδή καταστάσεις στη σωματική ζωή του ανθρώπου, η κάκωση, γίνεται προς αναίρεση της αμαρτίας και ονομάζεται κακία, όχι από τον χαρακτήρα της, αλλά «από την γνώμην των ανθρώπων διότι συνηθίζομε να ονομάζωμε κακίαν όχι μόνον τας κλοπάς και τας μοι­χείας, αλλά και τας συμφοράς» (Χρυσόστομος).


Στην πραγματικότητα αυτές οι κακώσεις είναι αγαθά, επειδή δεν αποβλέπουν στην τιμωρία μας, αλλά στον σω­φρονισμό μας και στην επιστροφή μας μέσω της κακοπαθε-ας πίσω, στην κατάσταση της υγείας. «Και εκάκωσέ σε και ελιμαγχόνησέ σε και εψώμισέ σε...» (Δευτερ. η' 3), σε εταλαιπώρησα και σε άφησα να πεινάσεις για να σε ευεργετήσω· «διά να σταματήσω την κακίαν προτού εξαπλωθεί υπερβολικά, όπως το ρεύμα του ποταμού, που συγκρατείται με κάποιον ισχυρόν φράκτην και αντιτείχισμα» (Μ. Βασίλειος).


Ο ίδιος πατέρας, σχολιάζοντας το Ησ. με' 7 λέγει πως ο Θεός "κτίζει κακά" με την έννοια, όχι ότι τα δημιουργεί από το μηδέν, αλλά τα "μεταποιεί"· μέσω αυτών των κακώσεων οδηγεί σε καλλιτέρευση. Η ίδια έννοια αποδίδεται και στο «πατάξω καγώ ιάσομαι» εγώ πληγώνω και εγώ θεραπεύω (Δευτερ. λβ' 39)' όσον ο εξωτερικός άνθρωπος φθείρεται, τόσο ο εσωτερικός ανακαινουργιώνεται (Β' Πέτρ. δ' 16). «Λοιπόν», σχολιάζει ο Μ. Βασίλειος, «δεν αποκτείνει άλλον και άλλον ζωοποιεί, αλλά τον ίδιο, με αυτά που τον σκοτώνει τον ζωοποιεί και με αυτά που τον πληγώνει, τον θεραπεύει». «Συ μεν γαρ πατάξεις αυτόν ράβδω, την δε ψυχήν αυτού εκ θανάτου ρύση» (Παροιμ. κγ' 14)· πληγώνεται η σάρκα για να θεραπευθεί η ψυχή. «Η ράβδος σου και η βακτηρία σου, αυταί με παρεκάλεσαν» (Ψαλμ. κβ/κγ' 4).


Το κακό λοιπόν είναι μόνο ένα, η αμαρτία. Δεν έχει οντολογική ύπαρξη ούτε είναι γνώρισμα κάποιας υπάρξεως. Είναι ένα συμβάν, μια πράξη αποκλίσεως από το αγαθό, η στέρηση του αγαθού, που έχει την αιτία στην προαίρεση του άνθρωπου, όχι στη φύση του. Το «κατά φύσιν» προη­γείται από το «παρά φύσιν» και αυτή η απόκλισιη από το «κατά φύσιν» δεν είναι αναπόφευκτο γεγονός. Και μόνο η ύπαρξη καλών και κακών το αποδεικνύει αυτό.


Τα «κακά» για τα οποία στην αγία Γραφή φέρεται «δημι­ουργός» ο Θεός είναι τα φυσικά κακά, οι κακώσεις κατά την αντίληψη των ανθρώπων, επειδή παρουσιάζονται σαν καταστάσεις οδυνηρές. Μέσω αυτής της κακοπαθείας σω­φρονίζεται ο άνθρωπος και οδηγείται στην επιστροφή. Έτσι ο Θεός "μεταποιεί" τις κακώσεις αυτές σε δωρεές και οδηγεί σε καλλιτέρευση.



Π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ

Δρ। θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας

http://douriosippos.blogspot.com/2011/09/blog-post_27.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου